Δευτέρα, 21 Μαΐου 2007

μια ιστορια

Ο Τούο Λαν, ο ζωγράφος.

Μία φορά και έναν καιρό, σε μία χώρα μακρινή, μέσα σε έναν χορταριασμένο κήπο, ήταν μια καλύβα. Μέσα στην καλύβα ζούσε ένας ζωγράφος που τον έλεγαν Τούο Λαν. Του Τούο Λαν του άρεσε να ζωγραφίζει ανθρώπινα πρόσωπα. Κάθε μέρα πήγαινε στην αγορά, εκεί όπου μαζευόταν πολύς κόσμος, καθόταν ΄στη σκια ενός δέντρου και παρατηρούσε τους ανθρώπους που περνούσαν μπροστά του. Όταν είχε δει εφτά πρόσωπα που του άρεσαν, πήγαινε σπίτι του και τα ζωγράφιζε. Όταν περνούσαν εφτά μέρες και είχαν μαζευτεί εφτά φορές εφτά πρόσωπα, τα κρεμούσε όλα στους τοίχους της καλύβας του και καθόταν και τα χάζευε. Ήταν η χαρά του.

Μία νύχτα, κοντά στα μεσάνυχτα, κάποιος χτύπησε την πόρτα της καλύβας του. Πήγε, άνοιξε την πόρτα, και είδε έναν άντρα ψηλό που είχε το κεφάλι του σκεπασμένο με μια κουκούλα. Φαινόταν μόνο η αστραπή των ματιών του. Μίλησε ο άντρας και είπε:

Είσαι ο Τούο Λαν, ο ζωγράφος;»

Είμαι», είπε ο Τούο Λαν.

Είμαι ο Χάρος και ήρθα να σε πάρω», λέει ο ξένος.

Μια στιγμή, να τελειώσω κάτι που κάνω, και έρχομαι.» είπε ο Τούο Λαν και πήγε παραμέσα στην καλύβα του και κάθησε στο καβαλέτο του.

Ο Χάρος θύμωσε. Προχώρησε μέσα στο δωμάτιο για να πάρει τον Τούο Λαν με το ζόρι, όπως συνήθιζε, και σήκωσε το χέρι του για να τον πιάσει από τον ώμο και να τον σηκώσει. Πριν προλάβει να τον αγγίξει, το μάτι του έπεσε στη ζωγραφιά που τελείωνε εκείνη την ώρα ο Τούο Λαν. Πάγωσε, έμεινε με το χέρι ανασηκωμένο. Ο Τούο Λαν εκείνη την ώρα έβαζε τις τελευταίες πινελιές στο χαμόγελο ενός κοριτσιού που είχε δει εκείνο το πρωί στην αγορά. Ο Χάρος δεν είχε ξαναδεί άνθρωπο να χαμογελάει. Οι άνθρωποι, την ώρα που πήγαινε να τους πάρει ήταν τρομαγμένοι, θυμωμένοι, απελπισμένοι, πονεμένοι. Τον κατέκλυσε η ομορφιά και η γλυκύτητα του χαμόγελου του κοριτσιού. Κατέβασε το χέρι του χωρίς να αγγίξει τον Τούο Λαν, γύρισε, βγήκε έξω κι έφυγε.

Επάνω στο Ουρανό, ο Θεός μετρούσε τις ψυχές που είχε φέρει ο Χάρος. Είδε ότι έλειπε μία και φώναξε τον Χάρο να έρθει αμέσως. Όταν έφτασε ο Χάρος στον Θεό, τον ρώτησε:

Χάρε, λείπει μία ψυχή. Ποιός είναι και τι συνέβη;»

Ο Χάρος κατέβασε το κεφάλι και είπε:

Είναι ο Τούο Λαν, ο ζωγράφος. Δεν μπόρεσα να τον πάρω.»

Ο Θεός είδε πόσο συγκινημένος ήταν ο Χάρος και παραξενεύτηκε. Τον διέταξε να πάει αμέσως να φέρει τον Τούο Λαν.

Ο Χάρος κατέβηκε πάλι στη γη και πήγε στην καλύβα του Τούο Λαν. Τον βρήκε στην πόρτα, ντυμένο, έτοιμο, με την τσάντα στο χέρι.

Λέει ο Τούο Λαν:

Άντε, σε περίμενα, πού εξαφανίστηκες;»

Ο Χάρος δεν είπε τίποτε, μόνο τον πήρε και τον ανέβασε στον Ουρανό.

Εκεί ο Θεός τον περίμενε.

Ωστε εσύ είσαι ο Τούο Λαν, ο ζωγράφος. Πες μου, τι έκανες και κατάφερες να μπερδέψεις τον ίδιο τον Χάρο;»

Ξέρετε,» λέει ο Τούο Λαν, «μου αρέσει να ζωγραφίζω πρόσωπα. Εκείνη την ώρα που ήρθε ο Χάρος τελείωνα το πορτραίτο ενός κοριτσιού. Έφτιαχνα το χαμόγελό της.»

Τότε ο Θεός τον ρώτησε:

Εξήγησέ μου σε παρακαλώ, Τούο Λαν, γιατί εσύ φτιάχνεις πορτραίτα ενώ όλοι οι συνάδελφοί σου φτιάχνουν τοπία;»

Λέει τότε ο Τούο Λαν

Να σας πω. Για μένα, τα πρόσωπα των ανθρώπων είναι τα ωραιότερα τοπία. Έχουν τα δικά τους βουνά, τις λίμνες, τις θάλασσες, τις χαράδρες και τα λαγκάδια τους. Κι όπως το ηλιοβασίλεμα δίνει τα χρώματά του στα σύννεφα και στα βουνά, όπως φυσά ο άνεμος και χορεύουν τα λιόδεντρα και τα χορτάρια, ΄΄ετσι τα συναισθήματα των ανθρώπων ζωντανεύουν τα πρόσωπά τους και η κάθε τους σκέψη περνά και κυματίζει στα μάτια τους, στα χείλη τους, στα φρύδια και τα μάγουλά τους.»

Τότε ο Θεός είπε στον Τούο Λαν να τον ακολουθήσει, και τον οδήγησε μέσα από μία πόρτα σε έναν κήπο. Ο Ήλιος έλαμπε ακίνητος στην κορφή του ουρανού. Στη μέση του κήπου υπήρχε ένα δέντρο, το δέντρο της ζωής. Από τις ρίζες του ανάβλυζε μία πηγή, η πηγή της ζωής. Ο Θεός έδειξε στον Τούο Λαν μία καρέκλα κι ένα καβαλέτο στημένα στη σκιά του δέντρου. Του είπε:

«Σε άκουσα, ζωγράφε Τούο Λαν. Σου δίνω αυτή τη θέση, δίπλα στήν πηγή της ζωής, εδώ όπου γεννιούνται οι ψυχές που πρόκειται να κατοικήσουν τα σώματα των ανθρώπων. Δουλειά σου θα είναι να τους φτιάχνεις τα πρόσωπά τους, αυτά που θα φορούν όσο πατούν στη γη.»

Μ’ αυτά τα λόγια γύρισε κι έφυγε ο Θεός. Κι ο Τούο Λαν κάθησε στη θέση του, έφτιαξε τις μπογιές του, έπιασε το πινέλο του κι άρχισε να ζωγραφίζει. Κι είναι εκεί, από τότε μέχρι σήμερα, ευτυχισμένος.

Αυτή την ιστορία την άκουσα από τον Ανρί Γκουγκό, και η καταγωγή της είναι από την Κίνα. Τη θυμάμαι πάντοτε όταν μπαίνω στο μετρό.

την θυμάμαι και κάθε φορά που διαβάζω το μπλογκ του Μάνου Αντώναρου. Ήθελα να το συνδέσω με ένα ποστ που έχει με φωτογραφίες, μετά με άλλο, όλα. Σήμερα του την αφιερώνω, χρ'ονια πολλά κύριε Αντώναρε.

4 σχόλια:

manosantonaros είπε...

Ακριβώς έτσι.
Α-ΚΡΙ-ΒΩΣ!
Ποτέ μου δεν φωτογράφισα τοπία, αλλά μόνο πρόσωπα.
Να'σαι πάντα καλά κι ευχαριστώ για το δώρο.
Ζ' ευχαριστώ που'χες καταλάβει.
Πάρε και ενα φιλάκι.

Vasilia Vaxevani είπε...

Διάβασα μια ωραία ιστορία ενός ζωγράφου στο βιβλίο της Kane που μου δάνεισες. Πολύ καλή ιστορία. Κανω εξάσκηση μια ιστορία για το Σάββατο. Φιλιά

savra είπε...

@manos μμμ μάλλον εσένα σκεφτόταν ο κινέζος που έφτιαξε αυτήν την ιστορία πριν από μερικές ήπολλές εκατοντάδες χρόνια.

@vasilia περιμένω με χαρά το Σάββατο. αλήθεια.

@all (καλόοοοο) καλώς τους!

savra είπε...

ά ναι, ανταποδίδω με cyber φιλάκι x