Δευτέρα, 28 Μαΐου 2007

9 ετών



Αυτή είναι μία ιστορία που αφηγήθηκε η Αγγελική Αγγελή στην κόρη της Δήμητρα για να την φέρει ο εγγονός της Νίκος στο σχολείο που μαζεύαμε ιστορίες.


ανακάλυψα τη μηχανή του χρόνου. κάθε φορά που τη διαβάζω, γίνομαι ξανά εννέα χρονών. κι ας μη γνώρισα κατοχή. κι ας έκανα μπάνιο με μπρατσάκια, κουλούρες και βαραχοπέδιλα, από πάντα.



Όταν ήμουν 9 ετών, η μητέρα μου με έστειλε να πάω ένα φάρμακο για το μουλάρι που δούλευε ο πατέρας μου στη βάση Αγ. Μαρίνα Ευβοϊκού. Με το κάρο κουβαλούσε πέτρες και έφτιαχναν το δρόμο στα οχυρά των Γερμανών. Έφυγα από το χωριό με τα πόδια, παίρνοντας το μονοπάτι 2 ώρες μακριά από το χωριό Γραμματικό.


Φτάνοντας σε μία στάνη ήταν ένας βοσκός ονόματι Κωνσταντίνος Μαντάς και με ρώτησε:


“ποιανού είσαι, μικρή μου;”


“του Κώστα του Σιδέρη»


πρόσεξε, όταν φτάσεις στο πρώτο φυλάκιο των Γερμανών, μην προχωρήσεις, θα σου πει ο σκοπός ΑΛΤ ΠΙΚΟΥΛΟ.»


Όντως, έτσι έγινε. Δεν ήξερα Γερμανικά, και με νοήματα συνεννοηθήκαμε.


Προχωρώντας, δεν είχα δει μέχρι τα εννιά μου χρόνια θάλασσα και νόμιζα ότι ο δρόμος συνέχιζε μες στη θάλασσα και άρχισα να κλαίω, αλλά δεν έκανα πίσω, έπρεπε να τελειώσω τη δουλειά που μου ανέθεσαν.


Πέρασα κι άλλο φυλάκιο. Με τον ίδιο τρόπο συνεννοηθήκα και έφτασα στα οχυρά. Έδωσα το φάρμακο του πατέρα μου που το λέγαμε Βιζικάντι.


Εκεί που συνάντησα τον πατέρα μου τους είχαν δώσει φαγητό οι Γερμανοί και έτρωγαν φασόλια με χοιρινό.


Μέχρι τώρα που γέρασα η εικόνα αυτή είναι χαραγμένη στο μυαλό μου.

Τετάρτη, 23 Μαΐου 2007

κογιοτε

Ο Κογιότε είναι ένας ήρωας των μύθων των ιθαγενών της Αμερικής. Ως ζώο είναι το Κογιοτ, ένα πλάσμα που μοιάζει με σκύλος

ή αλεπού, ή λύκος, ή τσακάλι, γιατί συνήθως είναι αδύνατος.

Στις ιστορίες συνήθως βρίσκει το μπελά του. Ποτέ δεν κάνει αυτό που του λένε, πάντα κάνει του κεφαλιού του, συνεχώς πεινάει, είναι τεμπέλης, κυνηγάει τις απολαύσεις. Επειδή είναι μαγικό πλάσμα, ακόμη κι όταν διαμελίζεται, ή λιώνει, ή σκάει, στην επόμενη ιστορία είναι πάλι ολόκληρος.

Πρώτη ιστορία του Κογιότε.

Ο Κογιότε μαθαίνει το κόλπο με τα μάτια.

Μιαι φορά ο Κογιότε πήγε βόλτα. Εκεί που πήγαινε είδε κάποιον να στέκεται απέναντι από ένα δέντρο. Τον είδε που έλεγε κάτι λόγια και πετάγονταν τα μάτια από το κεφάλι του και πήγαιναν και κολλούσαν σε ένα κλαρί του δέντρου. Ο Κογιότε εντυπωσιάτηκε πολύ από αυτό το κόλπο, και ήθελε να το κάνει και εκείνος, για να εντυπωσιάζει τον κόσμο.

Πήγε κοντά και παρακάλεσε τον άνθρωπο, που ήταν μεγάλος μάγος, να του μάθει το κόλπο.

Ο άνθρωπος του είπε ότι θα του το μάθει, αλλά ότι θα μπορεί να το κάνει μόνο τέσσερις φορές σε μία μέρα. Του είπε ότι αν το κάνει πέμπτη φορά τα μάτια του θα μείνουν κολλημένα. Ο Κογιότε υποσχέθηκε ότι θα προσέχει, και τότε ο άνθρωπος του είπε ότι για να κάνει το κόλπο θα λέει: «μάτια μου, πηγαίνετε στο…» Και για να γυρίσουν, έπρεπε να πει: «μάτια μου, γυρίστε πίσω.»

Ο Κογιότε κοίταξε το δέντρο και είπε: «μάτια μου, πηγαίνετε στο δέντρο.» και φφφσσστ! Τα μάτια του πετάχτηκαν από το κεφάλι του και κόλλησαν σε ένα κλαρί του δέντρου. Έβλεπαν τον κόσμο από ψηλά! Τα φώναξε να γυρίσουν πίσω, και αυτά πηδηξαν από το κλαρί και χώθηκαν πάλι στο κεφάλι του Κογιότε. Ο Κογιότε ευχαρίστησε τον άνθρωπο κι έφυγε να πάει στο χωριό να δείξει το κόλπο του στους ανθρώπους. Στο δρόμο που πήγαινε, είδε ένα πολύ ψηλό δέντρο. Στάθηκε μπροστά του, και διέταξε τα μάτια του να πάνε στο πιο ψηλό κλαδί. Αυτά πετάχτηκαν και πήγαν. Ωραία! Τα φώναξε να γυρίσουν, και πήρε πάλι το δρόμο.

Έξω από το χωριό συνάντησε κάτι παιδιά που έπαιζαν. «Να σας δείξω ένα καταπληκτικό κόλπο που ξέρω να κάνω;» τους είπε, και αμέσως διέταξε τα μάτια του να σταθούν στη μάντρα. Τα παιδιά έμειναν αποσβολωμένα με το κόλπο του Κογιότε. Τότε εκείνος τα διέταξε να γυρίσουν πίσω και πήγε προς την πλατεία του χωριού. Εκεί ήταν μαζεμένα κι άλλα παιδιά και έπαιζαν. Στα καφενεία είχε κόσμο που έπινε καφέδες, στο περίπτερο ψώνιζαν άλλοι και οι περαστικοί περνούσαν. Στάθηκε τότε ο Κογιότε στη μέση της πλατείας και είπε:

«Κοιτάξτε με όλοι! Δείτε τι μπορώ να κάνω!»

Τα παιδιά σταμάτησαν το παιχνίδι και μαζεύτηκαν γύρω του. Οι άνθρωποι στα καφενεία συνέχισαν να πίνουν τον καφέ τους. Ο κογιότε διέταξε τα μάτια του να σταθούν επάνω στο Ηρώωον, το μνημείο με τα ονόματα των πεσόντων στους πολέμους που βρισκόταν στην πλατεία.

«Ωωωω!» είπαν τα παιδιά. Οι καφέδες έμειναν να αιωρούνται ανάμεσα στα στόματα και τα πιάτα. Ο Κογιότε ένιωθε περήφανος. Όλα τα μάτια ήταν στραμμένα επάνω του.

Τότε εμφανίστηκαν από το δρόμο δυό γέροι. Δεν περπατούσαν πολύ γρήγορα, κι έτσι είχαν χάσει το θέαμα. Έτρεξαν τα παιδιά να τους πούνε τι έκανε ο Κογιότε, κι αυτοί δεν τα πίστευαν. Τότε ο Κογιότε είπε: «Έτσι, έ, θα σας δείξω!»

Και διέταξε τα μάτια του να σταθούν στο σταυρό της εκκλησίας. Ήταν όμως η πέμπτη φορά, κι αυτά δεν γύρισαν πίσω όταν τα φώναξε. Τα έψησε ο ήλιος και τσουρουφλίτηκαν, βράσανε εκεί πάνω, καταστράφηκαν.

Τυφλός ο Κογιότε, ντροπιασμένος, έσκυψε το κεφάλι και με την ουρά κάτω από τα σκέλια έφυγε από το χωριό. Σκουντουφλώντας και παραπατώντας βρήκε ένα δέντρο και κάθησε στη σκιά του.

Ύστερα από λίγο άκουσε μία ψιλή φωνούλα:

«Τι έχεις αδερφέ μου και είσαι τόσο στενοχωρημένος;»

Ήταν ένα ποντικάκι. Ο Κογιότε του είπε τι είχε πάθει, και το ποντικάκι τον λυπήθηκε.

«πάρε αδερφέ μου ένα από τα δικά μου μάτια, είναι μικρό, αλλά κάτι θα βλέπεις. Καλύτερα από τίποτε..»

Έτσι είπε το ποντίκι κι ευθύς το μάτι του βγήκε από το κεφάλι του και μπήκε στη θέση του ματιού του Κογιότε. Μόλις έγινε αυτό, ο Κογιότε είδε φως και ένιωσε μια επιθυμία να πλησιάσει τη γη, να πέσει στα τέσσερα και να βρει σποράκια. Χάρηκε πολύ και, αφού ευχαρίστησε το ποντίκι πήρε να περπατάει.

Είδε στο δρόμο μπροστά του ένα βόδι.

«Αδερφέ Κογιότε», του λέει το βόδι, «τι έπαθες και πας μονόπαντα και μυρίζεις το χώμα και τον αέρα, σαν ποντίκι;»

Του είπε πάλι την ιστορία ο Κογιότε. Το βόδι τον λυπήθηκε και του είπε:

«Πάρε αδερφέ μου ένα από τα δικά μου μάτια, έχω δύο, μου περισσεύουν. Εσύ το χρειάζεσαι περισσότερο από μένα.»

Μόλις είπε το βόδι αυτά τα λόγια, βγήκε το ένα του μάτι από την κόγχη του και μπήκε στο κεφάλι του Κογιότε. Τώρα είχε ένα μάτι τεράστιο και ένα μικρούλι. Έβλεπε πολύ καλύτερα, αν και τα λιβάδια με το χορτάρι του φαίνονταν τώρα σαν παγωτό σοκολάτα.

Αυτήν την ιστορία τη διάβασα στο βιβλίο του Lewis Hyde “Trickster makes this world”. Ο συγγραφέας αναφέρει ότι την άκουσε από τους ανθρώπους που τον είχαν πάρει με το αυτοκίνητό τους κάποτε που έκανε ωτοστόπ, όταν ήταν φοιτητής στην Αμερική. Επίσης βρίσκεται στο βιβλίο «American Indian myths and legends” των Richard Erdoes και Alphonso Ortiz. Tη διηγείται η Rachel Strange Owl, to 1971.

Δευτέρα, 21 Μαΐου 2007

μια ιστορια

Ο Τούο Λαν, ο ζωγράφος.

Μία φορά και έναν καιρό, σε μία χώρα μακρινή, μέσα σε έναν χορταριασμένο κήπο, ήταν μια καλύβα. Μέσα στην καλύβα ζούσε ένας ζωγράφος που τον έλεγαν Τούο Λαν. Του Τούο Λαν του άρεσε να ζωγραφίζει ανθρώπινα πρόσωπα. Κάθε μέρα πήγαινε στην αγορά, εκεί όπου μαζευόταν πολύς κόσμος, καθόταν ΄στη σκια ενός δέντρου και παρατηρούσε τους ανθρώπους που περνούσαν μπροστά του. Όταν είχε δει εφτά πρόσωπα που του άρεσαν, πήγαινε σπίτι του και τα ζωγράφιζε. Όταν περνούσαν εφτά μέρες και είχαν μαζευτεί εφτά φορές εφτά πρόσωπα, τα κρεμούσε όλα στους τοίχους της καλύβας του και καθόταν και τα χάζευε. Ήταν η χαρά του.

Μία νύχτα, κοντά στα μεσάνυχτα, κάποιος χτύπησε την πόρτα της καλύβας του. Πήγε, άνοιξε την πόρτα, και είδε έναν άντρα ψηλό που είχε το κεφάλι του σκεπασμένο με μια κουκούλα. Φαινόταν μόνο η αστραπή των ματιών του. Μίλησε ο άντρας και είπε:

Είσαι ο Τούο Λαν, ο ζωγράφος;»

Είμαι», είπε ο Τούο Λαν.

Είμαι ο Χάρος και ήρθα να σε πάρω», λέει ο ξένος.

Μια στιγμή, να τελειώσω κάτι που κάνω, και έρχομαι.» είπε ο Τούο Λαν και πήγε παραμέσα στην καλύβα του και κάθησε στο καβαλέτο του.

Ο Χάρος θύμωσε. Προχώρησε μέσα στο δωμάτιο για να πάρει τον Τούο Λαν με το ζόρι, όπως συνήθιζε, και σήκωσε το χέρι του για να τον πιάσει από τον ώμο και να τον σηκώσει. Πριν προλάβει να τον αγγίξει, το μάτι του έπεσε στη ζωγραφιά που τελείωνε εκείνη την ώρα ο Τούο Λαν. Πάγωσε, έμεινε με το χέρι ανασηκωμένο. Ο Τούο Λαν εκείνη την ώρα έβαζε τις τελευταίες πινελιές στο χαμόγελο ενός κοριτσιού που είχε δει εκείνο το πρωί στην αγορά. Ο Χάρος δεν είχε ξαναδεί άνθρωπο να χαμογελάει. Οι άνθρωποι, την ώρα που πήγαινε να τους πάρει ήταν τρομαγμένοι, θυμωμένοι, απελπισμένοι, πονεμένοι. Τον κατέκλυσε η ομορφιά και η γλυκύτητα του χαμόγελου του κοριτσιού. Κατέβασε το χέρι του χωρίς να αγγίξει τον Τούο Λαν, γύρισε, βγήκε έξω κι έφυγε.

Επάνω στο Ουρανό, ο Θεός μετρούσε τις ψυχές που είχε φέρει ο Χάρος. Είδε ότι έλειπε μία και φώναξε τον Χάρο να έρθει αμέσως. Όταν έφτασε ο Χάρος στον Θεό, τον ρώτησε:

Χάρε, λείπει μία ψυχή. Ποιός είναι και τι συνέβη;»

Ο Χάρος κατέβασε το κεφάλι και είπε:

Είναι ο Τούο Λαν, ο ζωγράφος. Δεν μπόρεσα να τον πάρω.»

Ο Θεός είδε πόσο συγκινημένος ήταν ο Χάρος και παραξενεύτηκε. Τον διέταξε να πάει αμέσως να φέρει τον Τούο Λαν.

Ο Χάρος κατέβηκε πάλι στη γη και πήγε στην καλύβα του Τούο Λαν. Τον βρήκε στην πόρτα, ντυμένο, έτοιμο, με την τσάντα στο χέρι.

Λέει ο Τούο Λαν:

Άντε, σε περίμενα, πού εξαφανίστηκες;»

Ο Χάρος δεν είπε τίποτε, μόνο τον πήρε και τον ανέβασε στον Ουρανό.

Εκεί ο Θεός τον περίμενε.

Ωστε εσύ είσαι ο Τούο Λαν, ο ζωγράφος. Πες μου, τι έκανες και κατάφερες να μπερδέψεις τον ίδιο τον Χάρο;»

Ξέρετε,» λέει ο Τούο Λαν, «μου αρέσει να ζωγραφίζω πρόσωπα. Εκείνη την ώρα που ήρθε ο Χάρος τελείωνα το πορτραίτο ενός κοριτσιού. Έφτιαχνα το χαμόγελό της.»

Τότε ο Θεός τον ρώτησε:

Εξήγησέ μου σε παρακαλώ, Τούο Λαν, γιατί εσύ φτιάχνεις πορτραίτα ενώ όλοι οι συνάδελφοί σου φτιάχνουν τοπία;»

Λέει τότε ο Τούο Λαν

Να σας πω. Για μένα, τα πρόσωπα των ανθρώπων είναι τα ωραιότερα τοπία. Έχουν τα δικά τους βουνά, τις λίμνες, τις θάλασσες, τις χαράδρες και τα λαγκάδια τους. Κι όπως το ηλιοβασίλεμα δίνει τα χρώματά του στα σύννεφα και στα βουνά, όπως φυσά ο άνεμος και χορεύουν τα λιόδεντρα και τα χορτάρια, ΄΄ετσι τα συναισθήματα των ανθρώπων ζωντανεύουν τα πρόσωπά τους και η κάθε τους σκέψη περνά και κυματίζει στα μάτια τους, στα χείλη τους, στα φρύδια και τα μάγουλά τους.»

Τότε ο Θεός είπε στον Τούο Λαν να τον ακολουθήσει, και τον οδήγησε μέσα από μία πόρτα σε έναν κήπο. Ο Ήλιος έλαμπε ακίνητος στην κορφή του ουρανού. Στη μέση του κήπου υπήρχε ένα δέντρο, το δέντρο της ζωής. Από τις ρίζες του ανάβλυζε μία πηγή, η πηγή της ζωής. Ο Θεός έδειξε στον Τούο Λαν μία καρέκλα κι ένα καβαλέτο στημένα στη σκιά του δέντρου. Του είπε:

«Σε άκουσα, ζωγράφε Τούο Λαν. Σου δίνω αυτή τη θέση, δίπλα στήν πηγή της ζωής, εδώ όπου γεννιούνται οι ψυχές που πρόκειται να κατοικήσουν τα σώματα των ανθρώπων. Δουλειά σου θα είναι να τους φτιάχνεις τα πρόσωπά τους, αυτά που θα φορούν όσο πατούν στη γη.»

Μ’ αυτά τα λόγια γύρισε κι έφυγε ο Θεός. Κι ο Τούο Λαν κάθησε στη θέση του, έφτιαξε τις μπογιές του, έπιασε το πινέλο του κι άρχισε να ζωγραφίζει. Κι είναι εκεί, από τότε μέχρι σήμερα, ευτυχισμένος.

Αυτή την ιστορία την άκουσα από τον Ανρί Γκουγκό, και η καταγωγή της είναι από την Κίνα. Τη θυμάμαι πάντοτε όταν μπαίνω στο μετρό.

την θυμάμαι και κάθε φορά που διαβάζω το μπλογκ του Μάνου Αντώναρου. Ήθελα να το συνδέσω με ένα ποστ που έχει με φωτογραφίες, μετά με άλλο, όλα. Σήμερα του την αφιερώνω, χρ'ονια πολλά κύριε Αντώναρε.

κογιοτε


Πέμπτη, 3 Μαΐου 2007

οταν θα πάω κυρά μου στο παζάρι

Γράφω βιαστικά. Την προηγούμενη Κυριακή μαζεύτηκαν στη Ραφήνα τα παιδιά του Δημοτικού σχολείου Γραμματικού με γονείς, ήρθαν και μερικοί από το Μαραθώνα. Περίπου

150

άνθρωποι. Θέλαμε να πάμε στην πλατεία, να καθήσουμε ειρηνικά, παιδική ήταν η πορεία εξάλλου, για να μας δει ο κόσμος που περνά και να ακουστούν τα αιτήματά μας. Θέλαμε επίσης να δώσουμε στον πρωθυπουργό τα γράμματα που είχαν γράψει τα παιδιά. Ήταν μία κίνηση αυθόρμητη και καθόλου οργανωμένη. Δεν είχε γίνει δηλαδή κατάλληλη προεργασία ώστε να κινητοποιηθούν και από άλλες περιοχές, για να γίνει μπούγιο. Από το Γραμματικό όμως ήρθαν σχεδόν όλα τα παιδιά. Δεν μας άφησαν να πλησιάσουμε στην πλατεία, είχαν κλείσει τον κεντρικό δρόμο με κλούβες κι έτσι σταθήκαμε εκεί μπροστά με τα πανώ και τα πλακάτ. Μία αντιπροσωπεία πήγε και στο σπίτι του πρωθυπουργού και παρέδωσε τα γράμματα στον υπεύθυνο ασφαλείας. Στόχος μας ήταν να δείξουμε ότι εκεί, στο Γραμματικό κατοικούν άνθρωποι, παιδιά, και ότι δεν είναι καμιά ερημιά ή ξερότοπος. Το πιο ωραίο σύνθημα που είπαμε ήταν

=ΚΑΡΑΜΑΝΛΗ Σ’ ΑΡΕΣΕΙ Ο ΚΟΚΚΟΡΑΣ ΣΤΟ ΣΕΣΙ=

Λέει δηλαδή ότι ερχονται άνθρωποι, ακόμη και ο Καραμανλής, να φάνε και ναπιούνε και να περάσουν καλά στο Σέσι που είναι η παραλία στην οποία βγάζει το ρέμα το χωροθετημένο. Και λέει να δούμε που θα πηγαίνετε να πάρετε αέρα εξοχής και θάλασσας όταν το Σέσι θα βουλιάξει στο σκουπίδι.

Ήρθαν και κανάλια, ρωτήσαν, τράβηξαν, τους δώσαμε και τα γράμματα. Όμως έσκασε μείζον πολιτικό ζήτημα και δεν υπήρχε χώρος στα δελτία. Μου είπαν ότι έδειξε ο Άλφα χτες διάφορα.

Εμείς εδώ τώρα λέμε καληνύχτα

ΚΙΚΙΡΙΚΙΚΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙ

Θα σε ξυπνάει κάθε πρωί….