Τετάρτη, 23 Μαΐου 2007

κογιοτε

Ο Κογιότε είναι ένας ήρωας των μύθων των ιθαγενών της Αμερικής. Ως ζώο είναι το Κογιοτ, ένα πλάσμα που μοιάζει με σκύλος

ή αλεπού, ή λύκος, ή τσακάλι, γιατί συνήθως είναι αδύνατος.

Στις ιστορίες συνήθως βρίσκει το μπελά του. Ποτέ δεν κάνει αυτό που του λένε, πάντα κάνει του κεφαλιού του, συνεχώς πεινάει, είναι τεμπέλης, κυνηγάει τις απολαύσεις. Επειδή είναι μαγικό πλάσμα, ακόμη κι όταν διαμελίζεται, ή λιώνει, ή σκάει, στην επόμενη ιστορία είναι πάλι ολόκληρος.

Πρώτη ιστορία του Κογιότε.

Ο Κογιότε μαθαίνει το κόλπο με τα μάτια.

Μιαι φορά ο Κογιότε πήγε βόλτα. Εκεί που πήγαινε είδε κάποιον να στέκεται απέναντι από ένα δέντρο. Τον είδε που έλεγε κάτι λόγια και πετάγονταν τα μάτια από το κεφάλι του και πήγαιναν και κολλούσαν σε ένα κλαρί του δέντρου. Ο Κογιότε εντυπωσιάτηκε πολύ από αυτό το κόλπο, και ήθελε να το κάνει και εκείνος, για να εντυπωσιάζει τον κόσμο.

Πήγε κοντά και παρακάλεσε τον άνθρωπο, που ήταν μεγάλος μάγος, να του μάθει το κόλπο.

Ο άνθρωπος του είπε ότι θα του το μάθει, αλλά ότι θα μπορεί να το κάνει μόνο τέσσερις φορές σε μία μέρα. Του είπε ότι αν το κάνει πέμπτη φορά τα μάτια του θα μείνουν κολλημένα. Ο Κογιότε υποσχέθηκε ότι θα προσέχει, και τότε ο άνθρωπος του είπε ότι για να κάνει το κόλπο θα λέει: «μάτια μου, πηγαίνετε στο…» Και για να γυρίσουν, έπρεπε να πει: «μάτια μου, γυρίστε πίσω.»

Ο Κογιότε κοίταξε το δέντρο και είπε: «μάτια μου, πηγαίνετε στο δέντρο.» και φφφσσστ! Τα μάτια του πετάχτηκαν από το κεφάλι του και κόλλησαν σε ένα κλαρί του δέντρου. Έβλεπαν τον κόσμο από ψηλά! Τα φώναξε να γυρίσουν πίσω, και αυτά πηδηξαν από το κλαρί και χώθηκαν πάλι στο κεφάλι του Κογιότε. Ο Κογιότε ευχαρίστησε τον άνθρωπο κι έφυγε να πάει στο χωριό να δείξει το κόλπο του στους ανθρώπους. Στο δρόμο που πήγαινε, είδε ένα πολύ ψηλό δέντρο. Στάθηκε μπροστά του, και διέταξε τα μάτια του να πάνε στο πιο ψηλό κλαδί. Αυτά πετάχτηκαν και πήγαν. Ωραία! Τα φώναξε να γυρίσουν, και πήρε πάλι το δρόμο.

Έξω από το χωριό συνάντησε κάτι παιδιά που έπαιζαν. «Να σας δείξω ένα καταπληκτικό κόλπο που ξέρω να κάνω;» τους είπε, και αμέσως διέταξε τα μάτια του να σταθούν στη μάντρα. Τα παιδιά έμειναν αποσβολωμένα με το κόλπο του Κογιότε. Τότε εκείνος τα διέταξε να γυρίσουν πίσω και πήγε προς την πλατεία του χωριού. Εκεί ήταν μαζεμένα κι άλλα παιδιά και έπαιζαν. Στα καφενεία είχε κόσμο που έπινε καφέδες, στο περίπτερο ψώνιζαν άλλοι και οι περαστικοί περνούσαν. Στάθηκε τότε ο Κογιότε στη μέση της πλατείας και είπε:

«Κοιτάξτε με όλοι! Δείτε τι μπορώ να κάνω!»

Τα παιδιά σταμάτησαν το παιχνίδι και μαζεύτηκαν γύρω του. Οι άνθρωποι στα καφενεία συνέχισαν να πίνουν τον καφέ τους. Ο κογιότε διέταξε τα μάτια του να σταθούν επάνω στο Ηρώωον, το μνημείο με τα ονόματα των πεσόντων στους πολέμους που βρισκόταν στην πλατεία.

«Ωωωω!» είπαν τα παιδιά. Οι καφέδες έμειναν να αιωρούνται ανάμεσα στα στόματα και τα πιάτα. Ο Κογιότε ένιωθε περήφανος. Όλα τα μάτια ήταν στραμμένα επάνω του.

Τότε εμφανίστηκαν από το δρόμο δυό γέροι. Δεν περπατούσαν πολύ γρήγορα, κι έτσι είχαν χάσει το θέαμα. Έτρεξαν τα παιδιά να τους πούνε τι έκανε ο Κογιότε, κι αυτοί δεν τα πίστευαν. Τότε ο Κογιότε είπε: «Έτσι, έ, θα σας δείξω!»

Και διέταξε τα μάτια του να σταθούν στο σταυρό της εκκλησίας. Ήταν όμως η πέμπτη φορά, κι αυτά δεν γύρισαν πίσω όταν τα φώναξε. Τα έψησε ο ήλιος και τσουρουφλίτηκαν, βράσανε εκεί πάνω, καταστράφηκαν.

Τυφλός ο Κογιότε, ντροπιασμένος, έσκυψε το κεφάλι και με την ουρά κάτω από τα σκέλια έφυγε από το χωριό. Σκουντουφλώντας και παραπατώντας βρήκε ένα δέντρο και κάθησε στη σκιά του.

Ύστερα από λίγο άκουσε μία ψιλή φωνούλα:

«Τι έχεις αδερφέ μου και είσαι τόσο στενοχωρημένος;»

Ήταν ένα ποντικάκι. Ο Κογιότε του είπε τι είχε πάθει, και το ποντικάκι τον λυπήθηκε.

«πάρε αδερφέ μου ένα από τα δικά μου μάτια, είναι μικρό, αλλά κάτι θα βλέπεις. Καλύτερα από τίποτε..»

Έτσι είπε το ποντίκι κι ευθύς το μάτι του βγήκε από το κεφάλι του και μπήκε στη θέση του ματιού του Κογιότε. Μόλις έγινε αυτό, ο Κογιότε είδε φως και ένιωσε μια επιθυμία να πλησιάσει τη γη, να πέσει στα τέσσερα και να βρει σποράκια. Χάρηκε πολύ και, αφού ευχαρίστησε το ποντίκι πήρε να περπατάει.

Είδε στο δρόμο μπροστά του ένα βόδι.

«Αδερφέ Κογιότε», του λέει το βόδι, «τι έπαθες και πας μονόπαντα και μυρίζεις το χώμα και τον αέρα, σαν ποντίκι;»

Του είπε πάλι την ιστορία ο Κογιότε. Το βόδι τον λυπήθηκε και του είπε:

«Πάρε αδερφέ μου ένα από τα δικά μου μάτια, έχω δύο, μου περισσεύουν. Εσύ το χρειάζεσαι περισσότερο από μένα.»

Μόλις είπε το βόδι αυτά τα λόγια, βγήκε το ένα του μάτι από την κόγχη του και μπήκε στο κεφάλι του Κογιότε. Τώρα είχε ένα μάτι τεράστιο και ένα μικρούλι. Έβλεπε πολύ καλύτερα, αν και τα λιβάδια με το χορτάρι του φαίνονταν τώρα σαν παγωτό σοκολάτα.

Αυτήν την ιστορία τη διάβασα στο βιβλίο του Lewis Hyde “Trickster makes this world”. Ο συγγραφέας αναφέρει ότι την άκουσε από τους ανθρώπους που τον είχαν πάρει με το αυτοκίνητό τους κάποτε που έκανε ωτοστόπ, όταν ήταν φοιτητής στην Αμερική. Επίσης βρίσκεται στο βιβλίο «American Indian myths and legends” των Richard Erdoes και Alphonso Ortiz. Tη διηγείται η Rachel Strange Owl, to 1971.

Δεν υπάρχουν σχόλια: