Πέμπτη, 7 Ιουνίου 2007

πάλι

πάλι μου ζητήσανε να τους πω ποιά παραμύθια θα πω σε μία εκδήλωση.
απαντώ έτσι:

Ποιό είναι το ποιό γρήγορο πράγμα στον κόσμο; Ο νους, λένε τα παραμύθια. Με το νου κάνουμε απίστευτα ταξίδια μέχρι να πεις κύμινο. Με τα παραμύθια ταξιδεύουμε με τη φαντασία μας σε άλλες χώρες, σε άλλα μέρη. Πηγαίνουμε εκεί όπου τελειώνει το φως της λάμπας, στην καρδιά του δάσους, στα λημέρια του λύκου. Έξω από πόλεις, χωριά, σπίτια. Έξω κι από το δρόμο που πάνε τα αυτοκίνητα.

Στο δρόμο βρίσκουμε βοηθούς που μας δίνουν μαγικά αντικείμενα. Με αυτά τα αντικείμενα μπορούμε να αντιμετωπίσουμε κινδύνους, τέρατα, λύκους ή ό, τι άλλο βρεθεί στο δρόμο μας.

Δεν ξέρω ποιά παραμύθια θα αφηγηθώ. Θα το ξέρω όταν βρεθώ σε εκείνο το μέρος και όταν δω τις φάτσες που θα περιμένουν να ακούσουν.

Όμως ξέρω ότι θα έχει ήρωες (θα ‘ναι η Σουσουράδα, θα ΄ναι ο μισοκοκκοράκος;) που βγαίνουν από το σπίτι τους για να ψάξουν κάτι. Στο δρόμο θα συναντήσουν περιπέτειες. Λιοντάρια, ίσως, λάμιες, αρκούδες, δράκους. Οι δράκοι στα παραμύθια δεν είναι πράσινοι, αυτά είναι φίδια ή κροκόδειλοι. Είναι μεγαλώσομοι, ανθρωπόμορφοι, έχουν υπερφυσική δύναμη αλλά κουκούτσι μυαλό.

Θα συναντήσουν κάποιον (άνθρωπο ή ζώο)που θα τους πει τι να κάνουν ή θα τους δώσει κάποιο χάρισμα. Δεν το δίνουν σε οποιονδήποτε, αλλά σε εκείνον που θα τους φερθεί με ευγένεια.

Έπειτα θα έχουν την ευκαιρία να χρησιμοποιήσουν αυτό το αντικείμενο, γλιτώνοντας από βέβαιο θάνατο. Στην πορεία συνήθως βρίσκουν και το ταίρι τους, και ζουν ευτυχισμένοι την υπόλοιπη ζωή τους.

Στη Βυτίνα, επειδή είναι βουνό και έχει δέντρα και βράχια, οι ιστορίες που θα πω σίγουρα θα έχουν να κάνουν με δάση, πέτρες, άγρια ζώα. Ένα από τα αγαπημένα θέματά μου είναι η σχέση του πολιτισμού με το άγριο, και πως τα παραμύθια μας συμβουλεύουν να μην φέρουμε στο σπίτι τα πράγματα που βρίσκουμε στο δάσος.

και σχολιάζω εδώ, έτσι:

αντιμετωπίζω την αφήγηση σαν τον κλαριτζή στα πανηγύρια. βλέπω τον κόσμο, σχηματίζω μία πρώτη θεωρία για το τι θέλει να ακούσει, παίζω. λίγο τσάμικο, λίγο καλαματιανό. αν δεν τσιμπάνε, να και τα συρτά. όπου χορεύουν, επιμένω. Στη ρούμελη τα τσάμικα αργά, λεβέντικα για να κάνουν τη φιγούρα τους. Ήρθε ο Μαγγας στο Γραμματικό, λέω ωραία θα ακούσω αυτά που ξέρω από το μεγάλο, αλλά πού...

δεν τσιμπάγαν στο αλαμαγγέν

να δεις όμως τι έγινε στο μπήκαν τα γίδια στο μαντρί, τα πρόβατα στη στρούγκα, βοσκοί γαρ οι ντόπιοι κι αρβανίτες. μας τσάκισε στο συρτό ο μεγάλος.

Δεν ετοιμάζω πρόγραμμα να το φορέσω στην κάθε περίσταση. έχω ρεπερτόριο, άμεση πρόσβαση σε πολλές ιστορίες, και αντλώ.

πετυχαίνει καλύτερα, ειδικά στα βουνά και στα λαγκάδια. άλλο το θέατρο κι η συναυλία, άλλο η ιστόρηση και το πανηγύρι.

σήμερα σε ένα σχολείο τα παιδιά ήταν ζωηρά και μιλούσαν (μου μιλούσαν). Πήγα για να πω ιστορίες για τη θάλασσα. Έλα όμως που οι ιστορίες που είχα σκεφτεί ήταν λίγο μεγάλες και περίπλοκες...

νάσασταν εκεί να βλέπατε πως η Σουσουράδα και το καρπούζι έγιναν θαλασσινές!

2 σχόλια:

Vasilia Vaxevani είπε...

Υπάρχει τίποτα καλύτερο από τον πανηγυρτζή; Να χέσω και το κινητό και το τρακτέρ το αυτόματο και το Internet. Το πανηγύρι το έχει ο άνθρωπος μέσα του.

savra είπε...

γιες βασιλεία
το πανηγύρι είναι τέχνη. απαντώ με ποστ