Πέμπτη, 14 Ιουνίου 2007

τα υπόλοιπα εννοούνται

από τις ιστορίες του Γραμματικού

Σπύρος Κόλλιας

Όταν ήταν ο πατέρας μου στο στρατό πήγε για πρώτη φορά στην Κρήτη, στο κέντρο να εκπαιδευτεί. Μετά από την Κρήτη τον βάλανε σ΄ένα καράβι, τον εβάλανε σ’ ένα καράβι και πήγε Θεσσαλονίκη. Λοιπόν εκεί τον εστείλανε κατευθείαν στις επιχειρήσεις. Στη Νάουσσα, στη Βέροια, Φλώρινα, εκεί που, τέλος πάντων, γινότανε εμφύλιος. Κινδυνεύει να σκοτωθεί εκεί, ειδικά στον Άη Γιώργη, στη Νάουσσα, απ’ ό,τι μας είχε πει τον κυνήγησε μία συναγωνίστρια και πήδηξε μιά μάντρα σ’ ενα ρέμα μέσα, στις φυλλωσσιές, μ’ ένα οπλοπολυβόλο στην πλάτη.

Πέρασε πολλά ο άνθρωπος, χιόνια, παγωνιές, κινδύνευσε να πάθει κρυοπαγήματα και ούτε επικοινωνία υπήρχε τότε με το χωριό, η μάνα του εδώ μόνη της, χήρα η κακομοίρα, περίμενε να ΄ρθει το παιδί της, κάποια στιγμή έμαθε ότι σκοτώθηκε στον πόλεμο. Και θρηνούσε. Καθότανε μόνη της, το σκεπτότανε, είχε ντυθεί στα μαύρα.

Τέλος πάντων, όταν απολύθηκε ο πατέρας μου, κατάφερε να φτάσει στο Γραμματικό τότε, με ό, τι μέσιν υπήρχε, μεταφορικό, λεωφορείο, ξέρω ΄γω, και με τα πόδια ακόμη περπάταγε και όταν έφτασε εδώ στην πλατεία συναντησε τη μάνα του να κάθεται σ΄ένα γειτονικό σπίτι, στο πλατύσκαλο. Είχε ήλιο, και ήτανε με σκυμμένο το κεφάλι, στενοχωρεμένη. Στάθηκε μπροστά της το παλλικάρι, είδε ότι δεν έδωσε σημασία η γιαγιά και ξερόβηξε.

Τότε σήκωσε τα μάτια της και τον είδε απέναντί της. Άνοιξε τα χέρια της, τον αγκάλιασε.

Τα υπόλοιπα εννοούνται.

3 σχόλια:

manosantonaros είπε...

Τί σουρθε στο μυαλό βραδιάτικα;

savra είπε...

καλή ερώτηση.

savra είπε...

μάλλον όμως θα την απευθύνω σε σένα

τί σούρθε στο μυαλό αξημέρωτα;